Ο Σάββας, ο Αρχιμήδης, η Καλλιόπη κι ο Χαρούκι Μουρακάμι.

Μια από τις ομορφιές του γραπτού λόγου είναι ότι σε μια πρόταση μπορείς να βάλεις εντελώς διαφορετικά στοιχεία και να τα συνδέσεις. Έτσι λοιπόν, κι εμένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στον τίτλο μου είναι όχι απλώς ασύνδετα, αλλά και πιθανότατα άγνωστα μεταξύ τους, πράγμα που δε με εμποδίζει καθόλου από το να τα συνδέσω και να τα ταυτίσω, αν όχι ευχαριστήσω για μια μεγάλη απόλαυση που αντλώ αυτή την περίοδο.

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Ξεκινάει λίγο πριν το μιλλένιουμ, σε μια μικρή Ολλανδική πόλη, το Ναιμέχεν, κοντά στα γερμανικά σύνορα. Εκεί βρέθηκα φοιτήτρια Erasmus, υπότροφος του ΙΚΥ κι απεσταλμένη του ΑΠΘ, να μελετήσω ζητήματα φύλου και τέχνης. Στην ίδια πορεία, αν κι από διαφορετικό σημείο εκκίνησης, βρέθηκε κι ο μετέπειτα φίλος μου ο Σάββας. Είχε έρθει από τας Αγγλίας κι εκτός από την ελληνικότητά του, στοιχείο κοινό που μας έφερε σίγουρα κοντά, ο λόγος που θα τον θυμάμαι και θα τον θαυμάζω για πάντα είναι η δισκοθήκη του: η πιο πλούσια, ενημερωμένη και άρτια συλλογή μουσικής που είχα την τύχη να δω σε ερασιτέχνη σε όλα μου τα χρόνια ζωής. Τα χρόνια βέβαια πέρασαν κι οι δύο 23χρονοι φοιτητές στην Ολλανδία, συνέχισαν να περπατάνε ο καθένας στο δρόμο του με αποτέλεσμα να χαθούμε για κάμποσο καιρό. Όταν ξαναβρεθήκαμε, ένα από τα πιο συγκλονιστικά νέα του Σάββα ήταν η ενασχόλησή του, ως δρομέα, με τις διαδρομές μεγάλων αποστάσεων. Ας το κρατήσουμε αυτό το τελευταίο κι ας περάσουμε στο επόμενο όνομα του τίτλου.

 

Ο Αρχιμήδης κι εγώ γνωριστήκαμε με έναν τρόπο ιδιαίτερο, όσο και ενδεικτικό των καιρών μας: πίσω από τις οθόνες μας και μέσα από τα γραπτά μας. Η εποχή δεν είχε γεννήσει το fb ακόμη, ούτε η κοινωνική δικτύωση υπήρχε ως έννοια. Επικεντρωνόσουν στα κείμενα, που είχαν πάντα τη δική τους ουσία. Έτσι ήρθαν τα πράγματα λοιπόν, κι αγαπήσαμε ο ένας την ατμόσφαιρα- αν όχι ξεκάθαρα τη μελαγχολία- που πήγαζε από τα κείμενα του άλλου. Κι αυτό μας έδεσε παρά το γεγονός ότι τότε- όπως και τα περισσότερα από τα επόμενα χρόνια-  ζούσαμε σε διαφορετικές πόλεις κι η απόσταση μεταξύ μας παρέμενε.  Δε χαθήκαμε. Πάντα παρακολουθούσα τη σκέψη του και την πορεία του κι ίσως κι εκείνος τη δική μου κι ο καιρός έφερε μέσα που έκαναν αυτή την παρακολούθηση πιο εύκολη, αν όχι καθημερινή υπόθεση. Ήξερα, επομένως, για τις μουσικές προτιμήσεις του Αρχιμήδη, τις κινηματογραφικές, τις επαγγελματικές του ασχολίες, τα γραπτά και την αισθητική του. Σε καμία περίπτωση όμως δεν περίμενα αυτό που είδα μια μέρα στο λογαριασμό του στο  instagram: ένα δρομέα κανονικό, να μετράει παλμούς και χιλιόμετρα- αυτή ήταν μια πτυχή του για την οποία δε γνώριζα τίποτα κι αποδείχτηκε εξίσου καθοριστική για τη σημερινή απόλαυση που σας έλεγα παραπάνω!

Κι επιτρέψτε μου να κάνω μια παύση στις περιγραφές για να σας μεταφέρω σε ένα διαμέρισμα στο οποίο βρέθηκα για πρώτη φορά. Ως συνήθως, απουσία του ιδιοκτήτη σε συνδυασμό με άγνωστο περιβάλλουν με στέλνουν κατευθείαν μπροστά στη βιβλιοθήκη: δε μπορεί, σκέφτομαι πάντα, εκεί όλο και κάποιον θα ξέρω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια τα πράγματα ήταν απογοητευτικά: όλα τα βιβλία ήταν σαν κάποιος να του τα είχε δανείσει, ή τα είχε αφήσει εκεί για λίγο. Στα όρια του πανικού, το βλέμμα μου έπεσε σε έναν ανοίκειο τίτλο γνωστού συγγραφέα. Ξεκίνησα να ξεφυλλίζω το βιβλίο με τον ιδιαίτερο τίτλο «Για τι Πράγμα Μιλάω Όταν Μιλάω για το Τρέξιμο» (εκδόσεις Ωκεανίδα)  και η αλήθεια είναι πως δε μου πήρε πολύ ώρα για να καταλάβω ότι είναι κυριολεκτικός: ο πιο βασικός άξονας, το κυρίως θέμα του βιβλίου ήταν πράγματι το τρέξιμο και η σχέση του συγγραφέα μαζί του. Ενδεχομένως να το είχα αφήσει στην άκρη αν ο Σάββας κι ο Αρχιμήδης δεν ήταν φίλοι μου και παθιασμένοι με το τρέξιμο. Και σίγουρα θα το είχα αφήσει στην άκρη, αν λίγους μήνες πιο πριν δεν είχε προσγειωθεί στο mom fatal η Καλλιόπη.

μουρακάμι για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο

Η αλήθεια είναι πως αν ήταν κι εκείνη μαραθωνοδρόμος, θα είχα στα χέρια μου μια εκπληκτικά αστεία ιστορία για αρχάριους ντετέκτιβ, αλλά όχι.  Η δική μας Καλλιόπη, εδώ της γειτονιάς του momfatale, πριν γίνει δική μας ήταν η Καλλιόπη από τη Στερέωση, που μας έδεναν οι εικόνες πολύ περισσότερο απ’ ότι οι λέξεις. Η πορεία όμως διαφοροποίησε τα δεσίματα κι έτσι, οι λέξεις υπερνίκησαν κι η Καλλιόπη ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μου και μοιράστηκε κάποια από τα αγαπημένα της βιβλία μαζί μας. Όπως όταν σου μιλάνε για κάποιον που δε γνωρίζεις, η προσοχή μου παρέμεινε ανεστίαστη, οι προτάσεις της, όμως, καταχωρήθηκαν ως επιταγές στο βιβλιοφιλικό μου χάρτη.

Έτσι, όταν πρωτοείδα το όνομα Χαρούκι Μουρακάμι στη ράχη του βιβλίου, το είχα ήδη συνδέσει με κάτι ξεχωριστό, ένα όνομα που μια βιβλιόφιλη φίλη διάλεξε να μου (μας) συστήσει ανάμεσα στα χιλιάδες άλλα ονόματα συγγραφέων.

Και δεν έπεσα έξω.

Αν και ειδικού ενδιαφέροντος, το βιβλίο για το τρέξιμο, είχε τον ευτυχή παράλληλο άξονα «μυθιστόρημα» κάτι που μου το έκανε πολύ ευχάριστο, ενώ η γραφή του Μουρακάμι έχει την απλότητα της εξυπνάδας του. Δεν έχει περιττά, ούτε πολλά στολίδια: είναι όσο πρέπει για να καταλάβεις κι όσο χρειάζεται για να νιώσεις.

«Αν έχω ενθουσιαστεί τόσο με το βιβλίο του για το …τρέξιμο, τι θα γίνει αν διαβάσω ένα από τα μυθιστορήματά του;!», απόρησα και μπήκα στο σαιτ να δω για ποιο κείμενο έκανε την παρουσίαση η Καλλιόπη.

νορβηγικό δάσος μουρακάμι norwegian wood

Ακριβώς!
Το «Νορβηγικό Δάσος»: το βιβλίο που ο ίδιος χαρακτήρισε το βιβλίο του που με την επιτυχία του τον ανάγκασε να ξεβολευτεί!

19 ευρώ και μια μέρα αργότερα το κράταγα στα χέρια μου, τρισευτυχισμένη που ήταν ένα τεράστιο μυθιστόρημα κοντά 500 σελίδων που θα μου κράταγε συντροφιά τουλάχιστον για τον επόμενο μήνα.

19 μέρες αργότερα, το βιβλίο ακουμπά τελειωμένο στο κομοδίνο μου κι εγώ ήδη έχω μάθει απ’ έξω τη βιβλιογραφία του Μουρακάμι και το επόμενο βιβλίο του που θα κρατήσω στα χέρια μου.

Δε θα είχα τη χαρά του να διαλέξω ένα βιβλίο που με οδήγησε σε ένα άλλο, αν δεν ήμουν ανοιχτή στα ερεθίσματα που παίρνω από τους φίλους μου και, ως αποτέλεσμα, δε θα είχα βιώσει τη χαρά του να διαβάσω ένα καταπληκτικό βιβλίο που με πλούτισε, με ταδίξεψε και μου άνοιξε νέους ορίζοντες.

Αχ, οι φίλοι- ειδικά όσοι κάναμε παιδιά και «χαθήκαμε», ας μην περιμένουμε τα γενέθλιά τους ή τις γιορτές για να τους πούμε πόσο τους αγαπάμε φέτος- ειδικά σε εκείνουν που ούτε το υποψιάζονται!

(Ένα άρθρο αφιερωμένο σε όλους μου τους φίλους, τους κοντινούς, τους μακρινούς, τους καθημερινούς και τους ακριβοθώρητους: έχετε επηρεάσει τη ζωή μου σε βαθμό που ποτέ δε θα μπορούσατε να φανταστείτε και σας ευχαριστώ περισσότερο απ” οτι τα λόγια μου φτάνουν για να εκφράσω!

Στις ανταλλαγές και τις χαρές μας!)

Related Post

Website Pin Facebook Twitter Myspace Friendfeed Technorati del.icio.us Digg Google StumbleUpon Premium Responsive

Olia

Η Όλια εργάζεται ως εκφωνήτρια και κειμενογράφος, αν και φιλόλογος αγγλικής- σύμφωνα με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά της. Είναι μαμά της απίθανης Δάφνης, τεσσάρων, και του καταπληκτικού Αλέξανδρου, δεκαέξι μηνών. Ζούσε περιχαρής στη Σαμοθράκη μέχρι τον Απρίλιο του 2014 που χρειάστηκε να φύγει. Αφού πέρασε από Αλεξανδρούπολη, Αστυπάλαια, Αθήνα, Πήλιο, Θεσσαλονίκη, ξανά Αλεξανδρούπολη, είπε να γυρίσει και να παλουκωθεί στη Θεσσαλονίκη και να δει τη ζωή να κυλάει από το σπίτι της στη Ναυαρίνου μαζί με τα δυό της παιδιά και το μαθουσάλα σκύλο της.

Σχολίασε πρώτος