Μεγάλες Εβδομάδες, Μικρές Προσδοκίες.

Λες και το «Καλό Πάσχα» δεν είναι αρκετό ως ευχή αποχωρισμού με ημι-άγνωστη μητέρα στην πόρτα του παιδικού σταθμού, πρέπει να ρωτήσει και το περαιτέρω «Εσείς σε ποια εκκλησία θα κάνετε Ανάσταση;». Κι εκεί είναι που κι εγώ πρέπει να γίνω ο προβοκάτορας που είμαι και να απαντήσω το «Σε καμία.» Συνοδευόμενο από το «είμαστε μουσουλμάνοι». Τυχαία επιλογή.  Τα Χριστούγεννα, συνήθως, είμαστε εβραίοι.

Ακολουθεί αμηχανία (Μουσουλμάνοι! Ούτε που το φανταζόμουν!), σιωπή(τι λέμε τώρα…), ελαφρά εφίδρωση και κάτι κλισέ του τύπου: «Εεεε, όπως και να ‘χει, καλές γιορτές!» και τροπή σε φυγή από τη μια πλευρά, (πικρά) γέλια από την άλλη.

daphne and olia easter 2015

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι υπάρχει κάτι αστείο- δε θέλω να πω «γελοίο»- στο να θεωρείς ότι ο κόσμος γύρω σου κάνει ό,τι κάνεις! Με άλλα λόγια, είμαστε μια ομοιογενής μάζα, όπου όποιο ανθρωπάκι κι αν σηκώσεις θα μοιάζει με τα άλλα ανθρωπάκια δίπλα του! Κι όμως ενώ είναι αστείο, για τους περισσότερους είναι μια πραγματικότητα. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η ορμητική προκατάληψη που παίρνει ως δεδομένο ότι είμαστε και κάνουμε όλοι τα ίδια, ούτε βέβαια η απορρέουσα αδιακρισία.

 

Μια απλή επιβεβαίωση ήρθε όσο ήμουν ανύπαντρη έγκυος. Δε θα ξεχάσω την υπέροχη κυριούλα που περίμενε πίσω μου σε κάποια ουρά- απ’ όπου έβλεπε την κοιλάρα μου κι άκουσε το στάτους «ανύπαντρη» – όταν έσπευσε να με παρηγορήσει χαμηλόφωνα, χαϊδεύοντάς μου μητρικά την πλάτη: «Μη στενοχωριέσαι κορίτσι μου! Αν ήταν παλιοτόμαρο καλύτερα! Για όλους έχει ο θεός».

Το καλύτερο βέβαια ήρθε όταν γεννήθηκε η Δάφνη. Με το που έγινε έξι μηνών, όλοι οι ωραίοι τύποι που μέχρι εκείνη τη στιγμή μας έλεγαν «άντε και μ’ ένα δεύτερο» – λες και τα αγοράζεις!- συντονισμένα, βάλθηκαν να μας ρωτάνε π ό τ ε θα τη βαφτίσουμε. Όχι «εάν», ούτε καν ένα περιφερειακό «πού» αλλά «πότε»! Λες κι όσο η Δάφνη παρέμενε αβάπτιστη ήταν απειλή- κάτι που αιωρείται και δεν έχει γειωθεί, ένας κύκλος που παραμένει ατελής, ένα ον αδιαμόρφωτο κι απροσδιόριστο.

Δευτερόλεπτα μετά, ακουγόταν μια βάρβαρα μονολεκτική απάντηση: Ποτέ!

Και ύστερα, το ίδιο μοτίβο. Αμηχανία (Πώς « ποτέ»; Βρε μπας και δεν είναι χριστιανοί;), σιωπή( ααα! αυτοί να δεις δεν τα βρίσκουν με το όνομα κι έχουν με τα πεθερικά πρόβλημα…), ελαφρά εφίδρωση (ή λες να μην έχουν τα λεφτά να κάνουν μια βάφτιση της προκοπής;) και κάτι κλισέ του τύπου: «Εεεε, εσείς οι νέοι (εγώ 37!) σήμερα έχετε τους τρόπους σας!» και τροπή σε φυγή από τη μια πλευρά, (πικρά) γέλια από την άλλη.

 

Φυγή. Ένα γρήγορο σκαπουλάρισμα από εκείνο το διαφορετικό αλλά απροσδιόριστο «κάτι» που σε κάνει να νιώθεις άβολα. Σαν ενήλικος που επειδή μοιάζει ταυτόχρονα με άντρα και γυναίκα σου προκαλεί τέτοια αμηχανία που θέλεις να φύγεις. Ή να φύγει, ακόμα καλύτερα. Το σκυλί της γειτονιάς με τα τρία πόδια που χάραξε για πάντα στο νου σου ότι τα σκυλιά έχουν τέσσερα πόδια και πια σου είναι αχρείαστο, ανεπιθύμητο κι, ως αναμνηστικό της παιδικής σου άγνοιας, αποκρουστικό στην όψη.

 

Η προκατάληψη καλπάζει και σαρώνει δεδομένα που για τον καθένα μας είναι προσωπικά και ιερά.  Θυμάμαι όταν πριν ένα περίπου μήνα πήγα να ελέγξω κάτι σχετικό με την εγκυμοσύνη μου στο Ιπποκράτειο. Μπαίνοντας στην κεντρική αίθουσα, αισθάνθηκα λίγο χαμένη. «Το γυναικολογικό;», ρώτησα ένα γιατρό που περνούσε. «Ο άντρας σας;», με αντερώτησε εκείνος αφήνοντάς με… πάντως όχι άναυδη. «Στη φυλακή», του απάντησα εγώ ελαφρώς χαιρέκακα και χαίρομαι που δεν είπα «νεκρός» γιατί ίσως και να ήταν παρατραβηγμένο. Σε άλλη περίπτωση πάντως θα ήθελα να έχω πει: «Δεν έχω. Είμαι λεσβία και το παιδί έγινε με σπέρμα δότη.».

Δε θα σας κουράσω άλλο.

Ο παρανομαστής είναι μονίμως ο ίδιος. «Χτυπάμε» την προκατάληψη και τη στενομυαλιά όπου τη συναντούμε αλλά ο καθένας με τον τρόπο του. Προσωπικά, έχω καταλήξει πως η καλύτερη μέθοδος είναι να βγάλεις τον άλλο ακαριαία από την ψευδαίσθησή του και να του πεις με τον τρόπο σου: «δε με γνωρίζεις επειδή γνωρίζεις τον τύπο μου. Επειδή με είδες στην εκκλησία, δεν είμαι Ελληνίδα- επειδή είμαι μαύρη, δεν είμαι «ξένη»- επειδή είμαι λευκή, δεν είμαι στα σίγουρα χριστιανή- κι επειδή περιμένω παιδί, δεν είμαι απαραίτητα ετεροφυλόφιλη.»

 

Μ’ αυτά και με εκείνα όμως, πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσω να γράφω γιατί έχει πάει Μεγάλη Πέμπτη κι εγώ έχω ήδη πει τις λέξεις: «μουσουλμάνος», «εβραίος», «μαύρη», «λεσβία», «νεκρός»- ενδεχομένως γυναικολογικό, αν όχι και «εφίδρωση».

 

Ευχές για μέρες εγγύτητας κι αγάπης._

Related Post

Website Pin Facebook Twitter Myspace Friendfeed Technorati del.icio.us Digg Google StumbleUpon Premium Responsive

Olia

Η Όλια εργάζεται ως εκφωνήτρια και κειμενογράφος, αν και φιλόλογος αγγλικής- σύμφωνα με τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά της. Είναι μαμά της απίθανης Δάφνης, τεσσάρων, και του καταπληκτικού Αλέξανδρου, δεκαέξι μηνών. Ζούσε περιχαρής στη Σαμοθράκη μέχρι τον Απρίλιο του 2014 που χρειάστηκε να φύγει. Αφού πέρασε από Αλεξανδρούπολη, Αστυπάλαια, Αθήνα, Πήλιο, Θεσσαλονίκη, ξανά Αλεξανδρούπολη, είπε να γυρίσει και να παλουκωθεί στη Θεσσαλονίκη και να δει τη ζωή να κυλάει από το σπίτι της στη Ναυαρίνου μαζί με τα δυό της παιδιά και το μαθουσάλα σκύλο της.

Σχολίασε πρώτος