Το Πιο Ωραία Μονοπάτι του Σέιχ Σου

Κάθε φορά που δημοσιεύω στη σελίδα του momfatale στο facebook μια φωτογραφία μας στο βουνό- συνήθως Κυριακή- το mailbox μου πλημμυρίζει από τις ερωτήσεις σας: πού είμαστε; Πώς πας εκεί; Είναι εύκολο για τα παιδιά; Επικίνδυνο; Τι χρειάζεται να έχεις μαζί σου; Πόση ώρα περπάτημα; Κι αυτές είναι μόνο μερικές.

Τα τελευταία χρόνια δε γράφω συστηματικά στο site αλλά έχω έναν καλό κανόνα: αν χρειαστεί να απαντήσω πάνω από πέντε φορές στην ίδια ερώτηση, την κάνω άρθρο. Οπότε, πάμε να γράψουμε το αρθράκι που χρειάζεστε!

Ζώντας στην πόλη, συχνά αισθανόμαστε τη φύση να μας λείπει. Δε μας φτάνει η φυτεμένη πρασινάδα στο παρτέρι κάτω από το σπίτι μας, ούτε το παρκάκι παραπέρα: είναι όλα βαλμένα και φροντισμένα από άνθρωπο και δεν είναι αυτό που χρειαζόμαστε. Αναζητούμε, μερικοί άνθρωποι, τη φύση που δεν την ορίζει ανθρώπινο χέρι, το δάσος που δεν υπόκειται σε σχεδιασμό, τα ψηλά δέντρα, τα πεσμένα βελανίδια, τη μυρωδιά του υγρού χώματος κάτω από τα πεσμένα φύλλα, τα μανιταράκια και τα κάθε λογής λουλουδάκια που ανάλογα με την εποχή, κοσμούν τις πλαγιές του βουνού.

Ψάχνοντας και διαβάζοντας για το δάσος του Σέιχ σου, κάπου βρήκα μια διαδρομή που μου φάνηκε ενδιαφέρουσα και έτσι αποφάσισα να πάω πρώτη φορά με τα παιδιά μου.

Πού; Είστε στον περιφερειακό με κατεύθυνση από πανόραμα προς τα δυτικά, ας πούμε. Στο δεξί σας χέρι έχετε το δάσος και στο αριστερό την πόλη.  Μπαίνετε στον παράδρομο που λέει ΚΕΝΤΡΟ, ΤΡΙΑΝΔΡΙΑ, ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ και δεν ξέρω τι άλλο και βγαίνετε από την έξοδο του ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ. Για να βγείτε, ο δρόμος σας θα γίνει μονός και έντονα ανηφορικός. Στο ψηλότερο σημείο της ανηφορίτσας, στο δεξί σας χέρι έχει ένα φυλάκιο πυροσβεστικής. Εκεί, στρίβετε με το αυτοκίνητο δεξιά, μπαίνετε στο χωματόδρομο και οδηγείτε για ένα χιλιομετρο περίπου– όρκο δεν παίρνω, πάντως  μέχρι να βρείτε ένα χτιστό λευκό γεφυράκι, πριν από το οποίο – στο αριστερό χέρι- έχει μια ξύλινη κατασκευούλα που δείχνει την αρχή του μονοπατιού. Παρκάρετε, κατεβαίνετε και ακολουθείτε το μονοπάτι στο αριστερό σας χέρι.

Είναι πλατύ, στρωτό, εύκολο, ήπια ανηφορικό, και απολύτως κατάλληλο για παιδιά.

Πηγαίνουμε σίγουρα μια Κυριακή το μήνα εκεί και, κάθε φορά, ανεβαίνουμε και λίγο πιο ψηλά. Τα παιδιά μου είναι 6 και 3 χρονών (ούτε!) και δε μου αρέσει να τα πιέζω. Την πρώτη φορά, τα άφησα να εξερευνήσουν όσο κι ό,τι ήθελαν. Δεν διανύσαμε ούτε ένα χιλιόμετρο από την αρχή του μονοπατιού, όταν σταματήσαμε να ανεβαίνουμε. Απογοητεύτηκα λίγο, γιατί ήθελα να δω τι έχει παραπάνω αλλά η προτεραιότητα δεν ήμουν εγώ! Μάζεψαν κουκουνάρια, βελανίδια και ξερά φύλλα: εξαιρετικές πρώτες ύλες για ένα καρό κατασκευές που είχαμε στο μυαλό μας.

IMG_20180128_130412

Τη δεύτερη φορά ανεβήκαμε αρκετά ψηλότερα, πάλι όχι ως το τέρμα. Είχαμε οργανωθεί και λίγο περισσότερο: πήραμε αιώρες, φτυαράκια, σακουλίτσες κι η βόλτα μας έγινε ένα κλικ καλύτερη και πιο διασκεδαστική!

Εντύπωση μας έκανε ότι το δάσος δεν έχει καθόλου ζωάκια- κανένα τετράποδο, ούτε σκαντζόχοιρος!, ελάχιστα ζουζούνια και σχεδόν καθόλου πουλιά.

Παίρνουμε κάθε φορά νερό, ένα θερμός με τσάι του βουνού και κάτι… μασουλίσιμο για να έχουμε την αυτονομία μας. Ο χώρος έχει και ξύλινα τραπεζάκια όπου μια οικογένεια θα μπορούσε να βγάλει το παραδοσιακό τάπερ με τους τηγανιτούς κεφτέδες και να του δώσει να καταλάβει, πικ νικ style. Εμείς προτιμούμε να δαμάζουμε το ένστικτο της επιβίωσής μας και να μην αγχωνόμαστε αν για ένα δίωρο, κι ενώ περπατάμε μέσα στο δάσος, δεν έχουμε κρέας να δαγκώσουμε και φαγητό να φάμε. Αναπληρώνουμε το …κενό, όταν κατεβαίνουμε ξανά στην πόλη.

Συνήθως μένουμε επάνω για ένα δίωρο. Ξεκινάμε ανεβαίνοντας, κι όταν κουραστούνε τα παιδιά ή βρούνε κάτι που θέλουν να εξερευνήσουν, όπως το σχεδόν ξερό ρεματάκι που ωστόσο κατεβάζει μια σταλιά νεράκι σε δυο τρία σημεία, δημιουργώντας μικρές ρηχές νερολακουβίτσες, σταματάμε. Μπορεί να στήσουμε τις αιώρες μας εκεί, σίγουρα θα πιούμε από μια κούπα ζεστό, αρωματικό, μελένιο τσαγάκι- τα παιδιά θα μαζέψουν υλικά, ίσως να σκαρώσω στα γρήγορα ένα mobile με ό,τι μου φέρουν, θα σκάψουν, θα πετάξουν χώματα, θα πατήσουν στις λακκούβες, θα βάλουν τα φτυαράκια τους στη λάσπη κι όταν χορτάσουν πια και γεμίσουν τα πνευμονάκια τους λίγο καλύτερο οξυγόνο από αυτό της Ναυαρίνου, θα πάρουμε να κατεβαίνουμε. Κόσμο συναντάμε αλλά καμιά δεκαριά άτομα το πολύ, όλοι άνθρωποι της φύσης ή/και του αθλητισμού, ευγενικοί και χαρούμενοι που βλέπουν δύο μικρά παιδάκια να τα πηγαίνουν τόσο καλά!

Η εμπειρία είναι ανάλογη με ένα σύντομο ταξίδι. Έχει τόση ησυχία, τόσο πράσινο που πραγματικά, όταν κατεβαίνεις δύο ώρες αργότερα, νιώθεις άλλος άνθρωπος. Τα παιδιά είναι εκτονωμένα, χαρούμενα, ελαφρώς λερωμένα, φορτωμένα με «υλικά» και ιδέες για κατασκευές κι εσύ ήρεμη και γαλήνια.

Ναι, η Ελλάδα έχει υπέροχο καιρό. Το λέμε όλοι και το λέμε συνέχεια. Συνειδητοποιούμε, όμως, ότι οι περισσότεροι το απολαμβάνουμε σπανιότατα; Περιμένουμε την γκράντε αργία του Πάσχα ή την καθιερωμένη και πολύκοσμη πρωτομαγιά για να κάνουμε μια εκδρομούλα της προκοπής και φυσικά το καλοκαίρι. Κάπως έτσι, μου φαίνεται, βάζουμε τα δύο μας πόδια σε ένα παπούτσι. Στενευόμαστε, δεν αναπνέουμε, δεν ηρεμούμε, έχουμε ένταση.

Κρίμα κι άδικο!

Μένω στη Ναυαρίνου και την Κυριακή γύρω στις 11, μου παίρνει λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας να φτάσω στο σημείο που σας περιέγραψα. Κι ένα δίωρο να κάτσουμε. Κι όμως, αυτά τα 120 λεπτά της ώρας μια φορά την εβδομάδα αλλάζουν όλη την ροή της μέρας, αν όχι και της εβδομάδας μου. Κι όχι μόνο τη δική μου, αλλά κι αυτών των λιλιπούτειων τύπων που τείνουν να με ακολουθούν και να βάζουν το χεράκι τους ώστε η Περιπέτειά μας να γράφεται με κεφαλαίο Π.

Καλές βόλτες και εξερευνήσεις σε όλους!

Related Post

Website Pin Facebook Twitter Myspace Friendfeed Technorati del.icio.us Digg Google StumbleUpon Premium Responsive

Olia

Η Όλια εργάζεται τα πρωινά στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης για το πρόγραμμα Europe Direct, τα μεσημέρια ντύνει με τη φωνή της ηχητικές παραγωγές, τα απογεύματα γράφει κείμενα και ενίοτε διδάσκει αγγλικά και τα βράδια κάνει γιόγκα. Είναι μαμά της απίθανης Δάφνης, 6, και του καταπληκτικού Αλέξανδρου, 3, οι οποίοι δίνουν ρυθμό και κατεύθυνση στη ζωή της. Τα τρία τελευταία χρόνια, έχει ρίξει άγκυρα στη Θεσσαλονίκη, στη Ναυαρίνου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, αναπολώντας συχνά τον κήπο της στη Σαμοθράκη.

Σχολίασε πρώτος